μασώ


μασώ
[масо] р. жевать, (μεταφ.) мямлить, запинаться,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μασώ" в других словарях:

  • μασώ — άω (ΑM μασῶμαι, άομαι, Μ και μασῶ, άω) 1. συνθλίβω και πολτοποιώ την τροφή με τα δόντια τών δύο σιαγόνων («δεν μπορεί να μασήσει, γιατί τού λείπουν τα δόντια») 2. τρώγω (α. «σήμερα μασάει συνεχώς» β. «καὶ κρέας μασώμενος», Αριστοφ.) νεοελλ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • μασώ — μασάω / μασώ, μάσησα βλ. πίν. 58 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μασώ — μάσησα, μασήθηκα, μασημένος, μτβ. 1. πολτοποιώ την τροφή με τα δόντια πριν την καταπιώ: Το μωρό δε μασάει την τροφή γιατί δεν έχει βγάλει ακόμα δόντια. 2. μτφ., κατασπαταλώ: Μάσησε όλη την περιουσία του. 3. φρ., «Μασώ τα λόγια μου», δε μιλώ… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μασώ — [масо] р. жевать, (μεταφ.) мямлить, запинаться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μασῶ — μασάομαι chew pres imperat mid 2nd sg μασάομαι chew imperf ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάσω — μάσσω knead aor subj act 1st sg μάσσω knead aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτιμάσω — ἀ̱τῑμά̱σω , ἀτιμάω dishonour aor ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἀτῑμά̱σω , ἀτιμάω dishonour aor subj act 1st sg (doric aeolic) ἀτῑμά̱σω , ἀτιμάω dishonour fut ind act 1st sg (doric aeolic) ἀ̱τῑμάσω , ἀτιμάζω hold in no honour aor ind mid 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρώγω — ΝΜΑ, και τρώω Ν, και δωρ. τ. τράγω Α μασώ και καταπίνω στερεά ή ημιστερεά τροφή, εσθίω (α. «ζεστό ψωμί δεν έφαγα / γλυκό κρασί δεν ήπια», δημ. τραγούδι β. «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα», ΚΔ) νεοελλ. 1. (κατ επέκτ.) παίρνω… …   Dictionary of Greek

  • αναμασώ — ( άω) (Α ἀναμασῶμαι) ξαναμασώ, μηρυκάζω νεοελλ. 1. μασώ καλά την τροφή 2. επαναλαμβάνω συνεχώς τα ίδια λόγια, περιττολογώ 3. μιλώ με ασάφεια, με υπεκφυγές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + μασῶ. ΠΑΡ. νεοελλ. αναμάσημα, αναμάσηση, αναμασητής] …   Dictionary of Greek

  • καταμασώ — καταμασῶ (Μ) εξετάζω επανειλημμένα, λέω και ξαναλέω, συζητώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + μασῶ (πρβλ. ανα μασώ με τη σημ. «επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια»)] …   Dictionary of Greek